ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΕΝΩΣΗ

Πρόοδο, αλλά και κενά εντοπίζει το ΕΕΣ στην χρηματοοικονομική αρχιτεκτονική της ΕΕ μετά την κρίση 2008-12

12:48 - 24.09.2020

Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕEΣ) δημοσίευσε σήμερα αναδρομική έκθεση για τις εξελίξεις στην οικονομική και χρηματοοικονομική αρχιτεκτονική της ΕΕ 2008-2012, με την οποία διαπιστώνουν ότι «η εργαλειοθήκη της ΕΕ για την αντιμετώπιση χρηματοπιστωτικών κρίσεων έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια αλλά παραμένουν ακόμη προκλήσεις».

Συγκεκριμένα, εντοπίζουν χαμηλή κερδοφορία και ικανότητα εκκαθάρισης τραπεζών, υψηλό (αν και μειούμενο) επίπεδο μη εξυπηρετούμενων δανείων σε ορισμένα κράτη μέλη και κατακερματισμό των εθνικών νόμων περί αφερεγγυότητας για τις τράπεζες. Διαπιστώνουν επισφάλειες στο χρηματοοικονομικό σύστημα λόγω πιστωτικών απωλειών, ανάλογα με τη διάρκεια και την έκταση της ύφεσης που προκλήθηκε από την κρίση COVID-19 και ότι παρά τις σημαντικές προσπάθειες για την τυποποίηση της εποπτείας σε όλα τα κράτη μέλη, τα συγκρουόμενα εθνικά συμφέροντα και τα συμφέροντα της ΕΕ δεν αντιμετωπίζονται ακόμη αποτελεσματικά και το ρυθμιστικό αρμπιτράζ είναι ένα ζήτημα, όπως σημειώνεται σε προηγούμενους ελέγχους του ΕΕΣ που αφορούν ειδικά τις εποπτικές αρχές της ΕΕ (EBA, EIOPA και ESMA).

Το ΕΕΣ σημειώνει στα θετικά ότι η ΕΕ έχει δημιουργήσει εποπτικές αρχές σε επίπεδο ΕΕ στον χρηματοπιστωτικό τομέα, αυστηρότερους τραπεζικούς κανονισμούς και εποπτεία και δημιούργησε ένα πλαίσιο για την ομαλή εξυγίανση των τραπεζών. Σημειώνει ότι τα εργαλεία της ΕΕ για τον εντοπισμό συστημικών χρηματοοικονομικών κινδύνων ισχύουν μέχρι σήμερα κυρίως στον τραπεζικό τομέα, ενώ το μακροπροληπτικό πλαίσιο για τον ασφαλιστικό τομέα, τις συντάξεις και τους μη τραπεζικούς χρηματοπιστωτικούς διαμεσολαβητές είναι λιγότερο ανεπτυγμένο και παραμένει υπό συζήτηση σε επίπεδο ΕΕ.

Οι ελεγκτές επισημαίνουν επίσης ότι εάν η ΕΕ θέλει να εκπληρώσει τους φιλόδοξους στόχους της για την προστασία, την εποπτεία και την ενίσχυση του χρηματοπιστωτικού της τομέα, πρέπει να εκχωρήσει κατάλληλους πόρους προϋπολογισμού και στελέχωσης, και ότι η Ένωση Κεφαλαιαγορών και η Τραπεζική Ένωση πρέπει να ολοκληρωθούν.

Σημειώνουν ακόμη ότι πριν από την κρίση του 2008, η παρακολούθηση και ο έλεγχος των δημόσιων οικονομικών ήταν αδύναμη, τα δημοσιονομικά αποθέματα ήταν χαμηλά σε ορισμένα κράτη μέλη και οι οικονομικές πολιτικές ήταν ελάχιστα συντονισμένες σε επίπεδο ΕΕ. Όπως αναφέρουν υπάρχουν αναλογίες με την κατάσταση το 2020, δεδομένου του τρέχοντος κινδύνου αύξησης της οικονομικής απόκλισης μεταξύ των κρατών μελών και της κρίσης COVID-19 που προκαλεί σοβαρή επιδείνωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους καθώς ασκεί σημαντική πίεση στις κρατικές δαπάνες και έσοδα. Οι ελεγκτές τονίζουν ότι το υψηλό χρέος πριν από την πανδημία σε ένα κράτος μέλος αυξάνει την ευπάθειά του και επηρεάζει σημαντικά την ικανότητά του να αναπτύσσει πολιτικές, να βοηθά τις επιχειρήσεις ή να παρέχει γενική κοινωνική υποστήριξη.

Σε ό,τι αφορά τα μέτρα που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας της νόσου COVID-19, το ΕΕΣ αναφέρει ότι  η οικονομική διακυβέρνηση σε επίπεδο ΕΕ καθίσταται ολοένα και πιο περίπλοκη και οι κανόνες είναι δύσκολο να επιβληθούν, απαιτώντας μεγάλη διακριτική ευχέρεια και εξειδικευμένη κρίση από την Κομισιόν και το Συμβούλιο, και πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια από τα κράτη μέλη για την εφαρμογή της ΕΕ - συνιστώμενες μεταρρυθμίσεις.

ΑΠΟ ΚΥΠΕ